Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φρακτή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το χώρισμα στα κύτη των πλοίων Βικιλεξικό
    • φρακτή διαμήκης, υπερκατασκευών, συγκρούσεως στην πλώρη και στη πρύμνη κ.ά.

Ετυμολογία

φρακτή < φράκτης < φρακτός < αρχαία ελληνική φραγμός < φράσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφρακτήφρακτές
Γενικήφρακτήςφρακτών
Αιτιατικήφρακτήφρακτές
Κλητικήφρακτήφρακτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →