φραμασόνος
•
- ο Ελευθεροτέκτονας, ο μασόνος. Ο κόσμος πάντως επέμενε να αλλάζει τη λεξη και να τη συνδυάζει με το φαρμάκι αποκαλώντας τους τέκτονες φαρμασόνους και όχι φραμασόνους. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φραμασόνος < από την ιταλική frammassone και τη γαλλική franc-maçon για τους ελευθεροτέκτονες
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φραμασόνος | φραμασόνοι |
| Γενική | φραμασόνου | φραμασόνων |
| Αιτιατική | φραμασόνο | φραμασόνους |
| Κλητική | φραμασόνε | φραμασόνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →