Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φραξιονιστικός

/fɾa.ksi̯o.ni.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη φράξια και το φραξιονισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φραξιονιστικός < φραξιονιστ(ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφραξιονιστικόςφραξιονιστικήφραξιονιστικό
Γενικήφραξιονιστικούφραξιονιστικήςφραξιονιστικού
Αιτιατικήφραξιονιστικόφραξιονιστικήφραξιονιστικό
Κλητικήφραξιονιστικέφραξιονιστικήφραξιονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφραξιονιστικοίφραξιονιστικέςφραξιονιστικά
Γενικήφραξιονιστικώνφραξιονιστικώνφραξιονιστικών
Αιτιατικήφραξιονιστικούςφραξιονιστικέςφραξιονιστικά
Κλητικήφραξιονιστικοίφραξιονιστικέςφραξιονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →