φραξιονιστικός
•
- σχετικός με τη φράξια και το φραξιονισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φραξιονιστικός < φραξιονιστ(ής) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φραξιονιστικός | φραξιονιστική | φραξιονιστικό |
| Γενική | φραξιονιστικού | φραξιονιστικής | φραξιονιστικού |
| Αιτιατική | φραξιονιστικό | φραξιονιστική | φραξιονιστικό |
| Κλητική | φραξιονιστικέ | φραξιονιστική | φραξιονιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φραξιονιστικοί | φραξιονιστικές | φραξιονιστικά |
| Γενική | φραξιονιστικών | φραξιονιστικών | φραξιονιστικών |
| Αιτιατική | φραξιονιστικούς | φραξιονιστικές | φραξιονιστικά |
| Κλητική | φραξιονιστικοί | φραξιονιστικές | φραξιονιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →