φραστικό ρήμα
•
- γλωσσολογίαδιλεκτικό ρήμα με πρώτη λέξη ένα απολεξικοποιημένο ρήμα και δεύτερη ένα επίρρημα ή μόριο που έχει ιδιωματική σημασία συχνά δυσκατανόητη βάσει των επιμέρους λέξεων· χαρακτηριστικό γερμανικών γλωσσών Βικιλεξικό
- στα ελληνικά: κάνω πίσω, πέφτω έξω, κάνω γρήγορα
- στα αγγλικά: give up (εγκαταλείπω), pull over (κάνω στην άκρη), take off (απογειώνομαι)
- στα γαλλικά: faire vite (κάνω γρήγορα)
- γλωσσολογίαπολυλεκτικό ρήμα με ένα απολεξικοποιημένο ρήμα, ένα επίρρημα, πρόθεση ή μόριο που έχει ιδιωματική σημασία Βικιλεξικό
- στα γαλλικά: tomber sur (συναντάω)
- στα σλοβακικά: prísť na (καταλαβαίνω), vyjsť s (τα πάω καλά με)
Ετυμολογία
φραστικό ρήμα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική phrasal verb → δείτε τις λέξεις φραστικός και ρήμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φραστικό ρήμα | φραστικά ρήματα |
| Γενική | φραστικού ρήματος | φραστικών ρημάτων |
| Αιτιατική | φραστικό ρήμα | φραστικά ρήματα |
| Κλητική | φραστικό ρήμα | φραστικά ρήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →