φρεάτιο
•
- το όρυγμα, το άνοιγμα στη γη, το λαγούμι, το ειδικό άνοιγμα για πρόσβαση εργαζομένων σε υπόγειους αγωγούς ή για τη διοχέτευση υγρών στους αγωγούς αυτούς Βικιλεξικό
- φρεάτιο αποχέτευσης/ομβρίων υδάτων/ορυχείου
- η πρόβλεψη για ανάλογη κάθετη κατασκευή σχήματος πηγαδιού ή φρέατος σε πολυκατοικίες (για να κινείται το ασανσέρ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φρεάτιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φρεάτι(ον) + -ο, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική φρέαρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρεάτιο | φρεάτια |
| Γενική | φρεάτιου / φρεατίου | φρεατίων |
| Αιτιατική | φρεάτιο | φρεάτια |
| Κλητική | φρεάτιο | φρεάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →