φρεγάτα
•
- ναυτικός όροςτο τρικάταρτο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο Βικιλεξικό
- Πλησιάζει η ώρα για τη μεγάλη ναυμαχία. Ενώθηκαν μαζί μας 9 σπετσιώτικα πλοία. Ξεκίνησε ο κανονιοβολισμός στις 16.30. Μπροστά πάνε οι φρεγάτες, τα φρεγαδόνια και οι κορβέτες τους.
- μεταφορικάη μεγαλόσωμη γυναίκα Βικιλεξικό
- πτηνότο είδος πουλιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φρεγάτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική fregata < ίσως λατινική aphractus < αρχαία ελληνική ἄφρακτος (ναῦς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρεγάτα | φρεγάτες |
| Γενική | φρεγάτας | φρεγατών |
| Αιτιατική | φρεγάτα | φρεγάτες |
| Κλητική | φρεγάτα | φρεγάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →