φρενοκομείο
•
- ψυχιατρείο, τρελοκομείο (ανεπίσημο), νοσοκομείο ψυχικών νοσημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φρενοκομείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φρενοκομ(εῖον) + -είο. Μορφολογικά αναλύεται σε φρέν(ες) (αρχαία ελληνική φρήν) φρενο- + -κομείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρενοκομείο | φρενοκομεία |
| Γενική | φρενοκομείου | φρενοκομείων |
| Αιτιατική | φρενοκομείο | φρενοκομεία |
| Κλητική | φρενοκομείο | φρενοκομεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →