Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φρενοκομείο

/fɾe.no.koˈmi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ψυχιατρείο, τρελοκομείο (ανεπίσημο), νοσοκομείο ψυχικών νοσημάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φρενοκομείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φρενοκομ(εῖον) + -είο. Μορφολογικά αναλύεται σε φρέν(ες) (αρχαία ελληνική φρήν) φρενο- + -κομείο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφρενοκομείοφρενοκομεία
Γενικήφρενοκομείουφρενοκομείων
Αιτιατικήφρενοκομείοφρενοκομεία
Κλητικήφρενοκομείοφρενοκομεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →