φρικαλεότητα
•
- η φρίκη που προκαλεί αηδία Βικιλεξικό
- η κίνηση που προκαλεί φρίκη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φρικαλεότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φρικαλεότης (μαρτυρείται από το 1887) < φρικαλέ(ος) + -ότης > -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρικαλεότητα | φρικαλεότητες |
| Γενική | φρικαλεότητας | φρικαλεοτήτων |
| Αιτιατική | φρικαλεότητα | φρικαλεότητες |
| Κλητική | φρικαλεότητα | φρικαλεότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →