Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φρικτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αποτρόπαιος, φρικιαστικός, που προκαλεί φρίκη Βικιλεξικό
    • φρικτό έγκλημα
    • Ο Σαμιέλ Πατί ήθελε να διδάξει την ελευθερία της έκφρασης και την περίπτωση του Charlie Hebdo αλλά ο θρησκευτικός φανατισμός και ένα ψέμμα τον οδήγησαν σε φρικτό θάνατο (Γαλλία: Ένας δάσκαλος που αποκεφαλίστηκε για ένα ψέμμα - Σε δίκη οκτώ άτομα, 3/11/2024 https://www.lifo.gr/now/world/gallia-enas-daskalos-poy-apokefalistike-gia-ena-psemma-se-diki-okto-atoma)
  2. απαίσιος, απωθητικός, που κάποιος υποκειμενικά δεν τον βρισκει της αρεσκείας του Βικιλεξικό
    • φρικτό ντύσιμο

Ετυμολογία

φρικτός < ελληνιστική κοινή φρικτός < αρχαία ελληνική φρίσσω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφρικτόςφρικτήφρικτό
Γενικήφρικτούφρικτήςφρικτού
Αιτιατικήφρικτόφρικτήφρικτό
Κλητικήφρικτέφρικτήφρικτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφρικτοίφρικτέςφρικτά
Γενικήφρικτώνφρικτώνφρικτών
Αιτιατικήφρικτούςφρικτέςφρικτά
Κλητικήφρικτοίφρικτέςφρικτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →