φρικώδης
•
- λόγιοφρικτός Βικιλεξικό
- Ἐξεπιάσθη ἀπὸ τὴν λαβήν του. Ἐκλονήθη, ἐσαρρίσθη, ἔκλινε καὶ ἔπεσεν. Ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς χιόνος, καὶ κατέλαβε μὲ τὸ μακρόν του ἀνάστημα ὄλον τὸ πλάτος τοῦ μακροῦ στενοῦ δρομίσκου. Ἅπαξ ἐδοκίμασε νὰ σηκωθῇ, καὶ εἶτα ἐναρκώθη. Εὕρισκε φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έρωτας στα χιόνια)
- Ο αντισημιτισμός, που ενδημούσε παλαιόθεν στις χώρες της χριστιανικής Ευρώπης, βρήκε τη φρικώδη κορύφωσή του στο Ολοκαύτωμα. Η υποβόσκουσα εχθρότης έναντι των Εβραίων, προϊόν δαιμονοποίησης με θρησκευτική αφετηρία, καθώς και η καταλαλιά για ορισμένα στοιχεία της συμπεριφοράς τους (τοκογλυφία, αυτοπροστατευτική απομόνωση κ.ά.), εξηγήσιμα ως παράγοντες επιβίωσης σε συχνά άξενο περιβάλλον, κωδικοποιήθηκαν εγκληματικά από τη χιτλερική Γερμανία και συγκρότησαν το πιο χυδαίο κατηγορώ εναντίον ανθρώπων, με αφορμή την καταγωγή τους. Η φρίκη του Ολοκαυτώματος ήταν η μοιραία συνέπεια της εγκληματικής ναζιστικής λογικής, που στιγματίζει ανεξίτηλα την πεπολιτισμένη Ευρώπη. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 02.08.2014)
Ετυμολογία
φρικώδης < αρχαία ελληνική φρικώδης < φρίκη + -ώδης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φρικώδης | φρικώδης | φρικώδες |
| Γενική | φρικώδους | φρικώδους | φρικώδους |
| Αιτιατική | φρικώδη | φρικώδη | φρικώδες |
| Κλητική | φρικώδη / φρικώδης | φρικώδης | φρικώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φρικώδεις | φρικώδεις | φρικώδη |
| Γενική | φρικωδών | φρικωδών | φρικωδών |
| Αιτιατική | φρικώδεις | φρικώδεις | φρικώδη |
| Κλητική | φρικώδεις | φρικώδεις | φρικώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →