Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φροντιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαεκείνος που είναι αρμόδιος για τη φροντίδα συγκεκριμένων τομέων Βικιλεξικό
    • ιπτάμενος φροντιστής : ο,η αεροσυνοδός, επιμελητής πτήσης
    • φροντιστής επιβατηγών πλοίων : μεριμνά για την προμήθεια υλικών και τροφίμων και για τα λογιστικά
    • φροντιστής μαθηματικών: ο καθηγητής που εργάζεται σε φροντιστήριο
    • φροντιστής ασθενούς : επαγγελματίας ή συγγενής που έχει τη μόνιμη φροντίδα ατόμου συνήθως τρίτης ηλικίας, κατάκοιτου ή πάντως απολύτως εξαρτημένου

Ετυμολογία

φροντιστής < αρχαία ελληνική φροντιστής < φροντίζω + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφροντιστήςφροντιστές
Γενικήφροντιστήφροντιστών
Αιτιατικήφροντιστήφροντιστές
Κλητικήφροντιστήφροντιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →