φροντιστηριακός
•
- που έχει σχέση με φροντιστήριο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φροντιστηριακός < φροντιστήριο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φροντιστηριακός | φροντιστηριακή | φροντιστηριακό |
| Γενική | φροντιστηριακού | φροντιστηριακής | φροντιστηριακού |
| Αιτιατική | φροντιστηριακό | φροντιστηριακή | φροντιστηριακό |
| Κλητική | φροντιστηριακέ | φροντιστηριακή | φροντιστηριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φροντιστηριακοί | φροντιστηριακές | φροντιστηριακά |
| Γενική | φροντιστηριακών | φροντιστηριακών | φροντιστηριακών |
| Αιτιατική | φροντιστηριακούς | φροντιστηριακές | φροντιστηριακά |
| Κλητική | φροντιστηριακοί | φροντιστηριακές | φροντιστηριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →