Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φροντιστηριακός

/fɾon.di.sti.ɾi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με φροντιστήριο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φροντιστηριακός < φροντιστήριο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφροντιστηριακόςφροντιστηριακήφροντιστηριακό
Γενικήφροντιστηριακούφροντιστηριακήςφροντιστηριακού
Αιτιατικήφροντιστηριακόφροντιστηριακήφροντιστηριακό
Κλητικήφροντιστηριακέφροντιστηριακήφροντιστηριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφροντιστηριακοίφροντιστηριακέςφροντιστηριακά
Γενικήφροντιστηριακώνφροντιστηριακώνφροντιστηριακών
Αιτιατικήφροντιστηριακούςφροντιστηριακέςφροντιστηριακά
Κλητικήφροντιστηριακοίφροντιστηριακέςφροντιστηριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →