Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φρουριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με το φρούριο Βικιλεξικό
    • φρουριακός ή πολιορκητικός πόλεμος ήταν εκείνος που γινόταν για την κατάληψη φρουρίου ή κάστρου (π.χ. της Σεβαστουπόλεως ή της Λιέγης)

Ετυμολογία

φρουριακός < φρούριον + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφρουριακόςφρουριακήφρουριακό
Γενικήφρουριακούφρουριακήςφρουριακού
Αιτιατικήφρουριακόφρουριακήφρουριακό
Κλητικήφρουριακέφρουριακήφρουριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφρουριακοίφρουριακέςφρουριακά
Γενικήφρουριακώνφρουριακώνφρουριακών
Αιτιατικήφρουριακούςφρουριακέςφρουριακά
Κλητικήφρουριακοίφρουριακέςφρουριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →