φρουτιέρα
•
- κουζινικάβαθύ ή ρηχό αλλά σχετικά μεγάλης διαμέτρου σκεύος στο οποίο φυλάσσονται φρούτα και το οποίο άλλοτε τοποθετείτο στο κέντρο του τραπεζιού, στην τραπεζαρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φρουτιέρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική fruttiera ή από τη γαλλική fruitière. Αναλύεται σε φρούτ(ο) + -ιέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρουτιέρα | φρουτιέρες |
| Γενική | φρουτιέρας | — |
| Αιτιατική | φρουτιέρα | φρουτιέρες |
| Κλητική | φρουτιέρα | φρουτιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →