φρούρηση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος φρουρώ, η προφύλαξη προσώπων ή πολύτιμων αντικειμένων και χώρων από πιθανές απειλές, η επαγρύπνηση και προστασία από στρατιώτη, ειδικό φρουρό ή αστυνομικό (και όχι η προστασία από συσκευή όπως π.χ. από συναγερμό ή η φύλαξη από απλό φύλακα) Βικιλεξικό
- φρούρηση προεδρικού μεγάρου, τράπεζας, του πρωθυπουργού
Ετυμολογία
φρούρηση < φρούρησις καθαρεύουσα < φρουρῶ < φρουρέω < φρουρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρούρηση | φρουρήσεις |
| Γενική | φρούρησης | φρουρήσεων |
| Αιτιατική | φρούρηση | φρουρήσεις |
| Κλητική | φρούρηση | φρουρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →