φρούρησις
•
- λέξη της καθαρεύουσας για τη φρούρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φρούρησις < φρουρῶ < φρουρέω < φρουρός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
φρούρησις < φρουρῶ < φρουρέω < φρουρός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →