φρυγανιά
•
- λεπτή ψημένη (φρυγανισμένη) και τραγανή φέτα ψωμιού Βικιλεξικό
- Rôti: θ. φρυγανιά, φελὶ ψωμὶ ψημένον εἰς τὴν ἐσχάραν (Γρηγόριος Γ. Ζαλίκογλου, Λεξικόν τῆς Γαλλικῆς, Ἐν Παρισίοις, παρά τυπογράφῳ, Ι. Μ. Ἐβεράρτῳ, 1809, σελ. 487) (ΣτΕ: πιθανότατα αυτό είναι το παλαιότερο παράθεμα για τη λέξη)
- Σταὶς πρόσχαραίς των ταὶς μορφαὶς
- τὸ βλέπεις, ποῦ καλὸς καφὲς
- τοὺς ’μύρισε καὶ τσάγι!
- Σὰν ἐκαθῆσαν στὰ θρονιά,
- κ’ ἐβούτησαν τὴν φρυγανιά,
- καὶ ἤπιαν τὸ ζεστό τους
Ετυμολογία
φρυγανιά < φρυγανίζ(ω) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρυγανιά | φρυγανιές |
| Γενική | φρυγανιάς | φρυγανιών |
| Αιτιατική | φρυγανιά | φρυγανιές |
| Κλητική | φρυγανιά | φρυγανιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →