Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φρυγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη Φρυγία Βικιλεξικό
    • το φρυγικό αλφάβητο

Ετυμολογία

φρυγικός < αρχαία ελληνική φρύγιος και Φρύγιος < Φρύγες < Φρυγία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφρυγικόςφρυγικήφρυγικό
Γενικήφρυγικούφρυγικήςφρυγικού
Αιτιατικήφρυγικόφρυγικήφρυγικό
Κλητικήφρυγικέφρυγικήφρυγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφρυγικοίφρυγικέςφρυγικά
Γενικήφρυγικώνφρυγικώνφρυγικών
Αιτιατικήφρυγικούςφρυγικέςφρυγικά
Κλητικήφρυγικοίφρυγικέςφρυγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →