φρόκαλο
•
- παρωχημένοσκουπίδι, ό,τι παρασύρει η σάρωση της σκούπας Βικιλεξικό
- υβριστικόάνθρωπος τιποτένιος, χαμηλού επιπέδου Βικιλεξικό
- καὶ μέσα 'στὴν Ἀνατολή καὶ μὲς 'στὴν Ἑσπερία / καὶ σήμερα 'μιλοῦν παντοῦ γιὰ 'μᾶς τοὺς ρεμπεσκέδες, / ποῦ μᾶς θαρροῦσαν φρόκαλα καὶ πρώτους τενεκέδες.
- υβριστικόκακάσχημος, πολύ άσχημος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φρόκαλο < μεσαιωνική ελληνική φροκαλ(ῶ) (σκουπίζω) + -ο (αναδρομικός σχηματισμός) < ή *φλοκαλῶ ή φροκάλ(ι) + -ῶ < φλοκάλι (με ανομοίωση των υγρών συμφώνων [l] [l] > [ɾ] [l]) < φιλοκάλιον (σκούπα) < αρχαία ελληνική φιλοκαλέω / φιλοκαλῶ (αγαπάω την ομορφιά, ελληνιστική σημασία: εξωραΐζω, ευπρεπίζω, καθαρίζω, μεσαιωνική σημασία: βάζω σε τάξη) < αρχαία ελληνική φιλόκαλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρόκαλο | φρόκαλα |
| Γενική | φρόκαλου | φρόκαλων |
| Αιτιατική | φρόκαλο | φρόκαλα |
| Κλητική | φρόκαλο | φρόκαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →