φρόνημα
•
- πεποιθήσεις, πολιτική ιδεολογία συνήθως (μεταπολεμικά), αλλά και κάθε άποψη, τοποθέτηση, βιοθεωρία, κοσμοθεωρία Βικιλεξικό
- ...η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού, του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος... (Αλεξ. Παπαδιαμάντης, εφημ. Ακρόπολις, 1896)
- Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφρονούμε ... (Ιστορικά, τ. 14, 2002, σελ. 33)
- Εἰς τὴν θεραπείαν τῶν Μουσῶν, εἰς ἣν ἐξ ἁπαλῆς ἡλικίας ἀκράτητον ᾐσθάνετο κλίσιν, ἀφιερώθη συστηματικώτερον μετὰ τὴν ἀπὸ τοῦ δημοσίου ὑπηρεσίας ἀπομάκρυνσίν του καὶ ὑπὸ τοὺς κρότους τῶν πολεμικῶν παιάνων καὶ τὰς ἐνθουσιώδεις ἐξιστορήσεις τοῦ ἀναγεννωμένου ἔθνους, ἔγραψε τὰς πλείστας αὑτοῦ τραγῳδίας, ὧν ἠ ἀπὸ σκηνῆς διδασκαλία ἐπτέρου τὸ πατριωτικὸν φρόνημα καὶ ἐκράτυνε τὸν πρὸς τὴν πατρίδα ὑπεκκαιόμενον ἔρωτα. (Ανώνυμος, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890, Ιωάννης Ζαμπέλιος)
- η αυτοπεποίθηση, το ηθικό (λαού, στρατού κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Όλοι οι αθλητές είχαν υψηλό φρόνημα
Ετυμολογία
φρόνημα < αρχαία ελληνική φρόνημα < φρονέω / φρονῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρόνημα | φρονήματα |
| Γενική | φρονήματος | φρονημάτων |
| Αιτιατική | φρόνημα | φρονήματα |
| Κλητική | φρόνημα | φρονήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →