Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φρύγανο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βοτανικήκατηγορία αυτοφυών θάμνων με αγκαθωτά φύλλα που, όταν ξεραθούν, παραδοσιακά χρησιμοποιούνται είτε για προσάναμμα είτε ως φράκτες στην ύπαιθρο για την φύλαξη αιγοπροβάτων Βικιλεξικό
    • Τὴν πρωινὴ αὐτὴ ὥρα τὰ παιδιὰ εἶχαν τὶς καθημερινὲς ἐργασίες. Ὁ μάγειρας φοροῦσε τὴν ποδιά του καὶ μαγείρευε· ἄλλα κοίταζαν τὴ φωτιά· ἄλλα σάρωναν τὸ χῶμα μὲ μεγάλες σκοῦπες ἀπὸ φρύγανα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
  2. πληθυντικόςιδιαίτερο οικοσύστημα θάμνων που απαντάται στη Μεσόγειο αποτελώντας το μεγαλύτερο μέρος των βοσκοτόπων σε σχετικά άγονες ή ημιάγονες περιοχές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φρύγανο < αρχαία ελληνική φρύγανον (< φρύγω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφρύγανοφρύγανα
Γενικήφρυγάνου / φρύγανουφρυγάνων
Αιτιατικήφρύγανοφρύγανα
Κλητικήφρύγανοφρύγανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →