Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτάνω

/ˈfta.no/ρήμα
•
  1. αφικνούμαι, ολοκληρώνω το ταξίδι μου προς ένα προορισμό Βικιλεξικό
    • φτάνω στην Αθήνα στις 6
  2. έρχομαι από στιγμή σε στιγμή, υπόσχομαι ότι φτάνω εγώ ή κάτι αμέσως Βικιλεξικό
    • Έφτασα! (όταν μας φωνάζουν κάπου και καθυστερούμε)
    • Έφτασε το καφεδάκι
  3. μεταφορικάοδηγούμαι σε ένα σημείο συνήθως παρά τη θέλησή μου ή πάντως χωρίς να το επιδιώκω συνειδητά, καταντώ Βικιλεξικό
    • κοίτα πού/σε ποιο σημείο φτάνει/έφτασε ο άνθρωπος -να μαζεύει απ' τα σκουπίδια
  4. μεταφορικάκατακτώ μία υψηλή κοινωνική, οικονομική, επιστημονική θέση Βικιλεξικό
    • είναι φτασμένος καλλιτέχνης : έχει φτάσει στο ζενίθ της σταδιοδρομίας του
    • προσπάθησε σκληρά, αλλά τελικά δεν έφτασε ψηλά
  5. πλησιάζω κάτι με το χέρι μου ή άλλα μέσα που διαθέτω, προσεγγίζω (και μεταφορικά) Βικιλεξικό
    • δεν το φτάνω -είναι ψηλά
    • ό,τι και να κάνω, δεν μπορώ να τον φτάσω (στο ταλέντο, στις ικανότητες κ.λπ.)
  6. επαρκώ για κάτι Βικιλεξικό
    • δε μου φτάνουν τα λεφτά
  7. απρόσωποαρκεί, αρκετά Βικιλεξικό
    • δε φτάνει που είναι κακότροπος, είναι (από πάνω) και τεμπέλης
    • Φτάνει πια!!!!
  8. έχω οργασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτάνω < αρχαία ελληνική φθάνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφτάνωφτάνειςφτάνειφτάνουμεφτάνετεφτάνουν / φτάνουνε
Παρατατικόςέφταναέφτανεςέφτανεφτάναμεφτάνατεέφταναν / φτάναν / φτάνανε
Αόριστοςέφτασαέφτασεςέφτασεφτάσαμεφτάσατεέφτασαν / φτάσαν / φτάσανε
Μέλλονταςθα φτάνω / θα φτάσωθα φτάνεις / θα φτάσειςθα φτάνει / θα φτάσειθα φτάνουμε / θα φτάσουμεθα φτάνετε / θα φτάσετεθα φτάνουν / θα φτάνουνε / θα φτάσουν / θα φτάσουνε
Παρακείμενοςέχω φτάσειέχεις φτάσειέχει φτάσει———
Υπερσυντέλικοςείχα φτάσειείχες φτάσειείχε φτάσει———
Υποτακτικήνα έχω φτάσει / να φτάνω / να φτάσωνα έχεις φτάσει / να φτάνεις / να φτάσειςνα έχει φτάσει / να φτάνει / να φτάσεινα φτάνουμε / να φτάσουμενα φτάνετε / να φτάσετενα φτάνουν / να φτάνουνε / να φτάσουν / να φτάσουνε
Προστακτική—έχε φτασμένο / φτάνε / φτάσε——φτάνετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

φτάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →