φτέρνα
•
- το πίσω μέρος του πέλματος και το αντίστοιχο οστό του ποδιού Βικιλεξικό
- Αυτός ... κοιτάει τα ασπρόμαυρα γυναικεία παπούτσια με το λουράκι που αγκαλιάζει τη φτέρνα και πιάνει στην αγκράφα πάνω από τον αστράγαλο (Θωμάς Σκάσσης, Ελληνικό Σταυρόλεξο, εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 553)
Ετυμολογία
φτέρνα < αρχαία ελληνική πτέρνα ή πτέρνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτέρνα | φτέρνες |
| Γενική | φτέρνας | φτερνών |
| Αιτιατική | φτέρνα | φτέρνες |
| Κλητική | φτέρνα | φτέρνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →