φτήνια
•
- χαμηλή τιμή σε πολλά αγαθά και υπηρεσίες, χαμηλό κόστος ζωής σε μια συγκεκριμένη περίοδο ή χαμηλές τιμές για περιορισμένη ομάδα αγαθών Βικιλεξικό
- Τότε υπήρχε φτήνια, μπορούσες να ζήσεις σαν άνθρωπος και με λίγα λεφτά
- Πήραν σπίτι όταν υπήρχε φτήνια στην αγορά ακινήτων
- Έχουμε φτήνια στα λεμόνια γιατί φέτος ήταν πολύ μεγάλη η παραγωγή
Ετυμολογία
φτήνια < φτηνός + -ια ή μεσαιωνική ελληνική φτηνιά < ελληνιστική κοινή εὐθηνία (αφθονία, ιδίως τροφίμων ή σιτηρών -και δωρεάν διανομή τους) < αρχαία ελληνική εὐθηνέω (με επίδραση και της λέξης εὐθένεια: αφθονία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτήνια | φτήνιες |
| Γενική | φτήνιας | — |
| Αιτιατική | φτήνια | φτήνιες |
| Κλητική | φτήνια | φτήνιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →