φτειάχνω
•
- ετυμολογική γραφή του φτιάχνω Βικιλεξικό
- μη απλοποιημένη γραφή του φτιάχνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτειάχνω < μεσαιωνική ελληνική φτειάνω < φθειάνω < αρχαία ελληνική εὐθειάζω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φτειάχνω | φτειάχνεις | φτειάχνει | φτειάχνουμε | φτειάχνετε | φτειάχνουν / φτειάχνουνε |
| Παρατατικός | έφτειαχνα | έφτειαχνες | έφτειαχνε | φτειάχναμε | φτειάχνατε | έφτειαχναν / φτειάχναν / φτειάχνανε |
| Αόριστος | έφτειαξα | έφτειαξες | έφτειαξε | φτειάξαμε | φτειάξατε | έφτειαξαν / φτειάξαν / φτειάξανε |
| Μέλλοντας | θα φτειάξω / θα φτειάχνω | θα φτειάξεις / θα φτειάχνεις | θα φτειάξει / θα φτειάχνει | θα φτειάξουμε / θα φτειάχνουμε | θα φτειάξετε / θα φτειάχνετε | θα φτειάξουν / θα φτειάξουνε / θα φτειάχνουν / θα φτειάχνουνε |
| Παρακείμενος | έχω φτειάξει | έχεις φτειάξει | έχει φτειάξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φτειάξει | είχες φτειάξει | είχε φτειάξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φτειάξει / να φτειάξω / να φτειάχνω | να έχεις φτειάξει / να φτειάξεις / να φτειάχνεις | να έχει φτειάξει / να φτειάξει / να φτειάχνει | να φτειάξουμε / να φτειάχνουμε | να φτειάξετε / να φτειάχνετε | να φτειάξουν / να φτειάξουνε / να φτειάχνουν / να φτειάχνουνε |
| Προστακτική | — | έχε φτειαγμένο / φτειάξε / φτειάχνε | — | — | φτειάξτε / φτειάχνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →