Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτεροπόδαρος

/fte.ɾoˈpo.ða.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο γοργός στα πόδια, ο ταχύς Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: φτερόποδος

Ετυμολογία

φτεροπόδαρος < φτερ(ό) + -ο- + -πόδαρος ή λόγιο διαχρονικό δάνειο από την ελληνιστική κοινή πτερόπους

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτεροπόδαροςφτεροπόδαρηφτεροπόδαρο
Γενικήφτεροπόδαρουφτεροπόδαρηςφτεροπόδαρου
Αιτιατικήφτεροπόδαροφτεροπόδαρηφτεροπόδαρο
Κλητικήφτεροπόδαρεφτεροπόδαρηφτεροπόδαρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτεροπόδαροιφτεροπόδαρεςφτεροπόδαρα
Γενικήφτεροπόδαρωνφτεροπόδαρωνφτεροπόδαρων
Αιτιατικήφτεροπόδαρουςφτεροπόδαρεςφτεροπόδαρα
Κλητικήφτεροπόδαροιφτεροπόδαρεςφτεροπόδαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →