Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτερούγισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πέταγμα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο ήχος των φτερών λόγω του πετάγματος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάσκίρτημα, γρήγορο τράνταγμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτερούγισμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πτερύγισμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφτερούγισμαφτερουγίσματα
Γενικήφτερουγίσματοςφτερουγισμάτων
Αιτιατικήφτερούγισμαφτερουγίσματα
Κλητικήφτερούγισμαφτερουγίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →