Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτερωτός

/fteˈɾo/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει φτερά Βικιλεξικό
    • Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;... Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου ὄνειρα;...

Ετυμολογία

φτερωτός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτερωτός με ανομοίωση άρθρωσης [pt] > [fr]. Μορφολογικά αναλύετεται σε φτερ(ό) + -ωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτερωτόςφτερωτήφτερωτό
Γενικήφτερωτούφτερωτήςφτερωτού
Αιτιατικήφτερωτόφτερωτήφτερωτό
Κλητικήφτερωτέφτερωτήφτερωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτερωτοίφτερωτέςφτερωτά
Γενικήφτερωτώνφτερωτώνφτερωτών
Αιτιατικήφτερωτούςφτερωτέςφτερωτά
Κλητικήφτερωτοίφτερωτέςφτερωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →