φτερωτός
•
- που έχει φτερά Βικιλεξικό
- Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;... Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου ὄνειρα;...
Ετυμολογία
φτερωτός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτερωτός με ανομοίωση άρθρωσης [pt] > [fr]. Μορφολογικά αναλύετεται σε φτερ(ό) + -ωτός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φτερωτός | φτερωτή | φτερωτό |
| Γενική | φτερωτού | φτερωτής | φτερωτού |
| Αιτιατική | φτερωτό | φτερωτή | φτερωτό |
| Κλητική | φτερωτέ | φτερωτή | φτερωτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φτερωτοί | φτερωτές | φτερωτά |
| Γενική | φτερωτών | φτερωτών | φτερωτών |
| Αιτιατική | φτερωτούς | φτερωτές | φτερωτά |
| Κλητική | φτερωτοί | φτερωτές | φτερωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →