φτερώνω
•
- για πουλίανοίγω τα φτερά μου και πετώ. Βικιλεξικό
- για τη φαντασίαπετώ στα σύννεφα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτερώνω < αρχαία ελληνικήπτερώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φτερώνω | φτερώνεις | φτερώνει | φτερώνουμε | φτερώνετε | φτερώνουν / φτερώνουνε |
| Παρατατικός | φτέρωνα | φτέρωνες | φτέρωνε | φτερώναμε | φτερώνατε | φτέρωναν / φτερώναν / φτερώνανε |
| Αόριστος | φτέρωσα | φτέρωσες | φτέρωσε | φτερώσαμε | φτερώσατε | φτέρωσαν / φτερώσαν / φτερώσανε |
| Μέλλοντας | θα φτερώνω / θα φτερώσω | θα φτερώνεις / θα φτερώσεις | θα φτερώνει / θα φτερώσει | θα φτερώνουμε / θα φτερώσουμε | θα φτερώνετε / θα φτερώσετε | θα φτερώνουν / θα φτερώνουνε / θα φτερώσουν / θα φτερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φτερώσει | έχεις φτερώσει | έχει φτερώσει | έχουμε φτερώσει | έχετε φτερώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φτερώσει | είχες φτερώσει | είχε φτερώσει | είχαμε φτερώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φτερώσει / να φτερώνω / να φτερώσω | να έχεις φτερώσει / να φτερώνεις / να φτερώσεις | να έχει φτερώσει / να φτερώνει / να φτερώσει | να έχουμε φτερώσει / να φτερώνουμε / να φτερώσουμε | να έχετε φτερώσει / να φτερώνετε / να φτερώσετε | να φτερώνουν / να φτερώνουνε / να φτερώσουν / να φτερώσουνε |
| Προστακτική | — | φτέρωνε / φτέρωσε | — | — | φτερώνετε / φτερώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →