φτηναίνω
•
- γίνομαι πιο φτηνός Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάτι πιο φτηνό, ρίχνω την τιμή του Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποβαθμίζω την ποιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτηναίνω < φτηνός + -αίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φτηναίνω | φτηναίνεις | φτηναίνει | φτηναίνουμε | φτηναίνετε | φτηναίνουν / φτηναίνουνε |
| Παρατατικός | φτήναινα | φτήναινες | φτήναινε | φτηναίναμε | φτηναίνατε | φτήναιναν / φτηναίναν / φτηναίνανε |
| Αόριστος | φτήνυνα | φτήνυνες | φτήνυνε | φτηνύναμε | φτηνύνατε | φτήνυναν / φτηνύναν / φτηνύνανε |
| Μέλλοντας | θα φτηναίνω / θα φτηνύνω | θα φτηναίνεις / θα φτηνύνεις | θα φτηναίνει / θα φτηνύνει | θα φτηναίνουμε / θα φτηνύνουμε | θα φτηναίνετε / θα φτηνύνετε | θα φτηναίνουν / θα φτηναίνουνε / θα φτηνύνουν / θα φτηνύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω φτηνύνει | έχεις φτηνύνει | έχει φτηνύνει | έχουμε φτηνύνει | έχετε φτηνύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φτηνύνει | είχες φτηνύνει | είχε φτηνύνει | είχαμε φτηνύνει | είχατε φτηνύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω φτηνύνει / να φτηναίνω / να φτηνύνω | να έχεις φτηνύνει / να φτηναίνεις / να φτηνύνεις | να έχει φτηνύνει / να φτηναίνει / να φτηνύνει | να έχουμε φτηνύνει / να φτηναίνουμε / να φτηνύνουμε | να έχετε φτηνύνει / να φτηναίνετε / να φτηνύνετε | να φτηναίνουν / να φτηναίνουνε / να φτηνύνουν / να φτηνύνουνε |
| Προστακτική | — | φτήναινε / φτήνυνε | — | — | φτηναίνετε / φτηνύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →