φτηνομάγαζο
•
- προφορικόκατάστημα που πουλά όλα τα είδη του φτηνά, συχνά όμως αυτά εννοούνται ως ευτελούς ποιότητας Βικιλεξικό
- Το πήρα από ένα φτηνομάγαζο, ίσα για να βγάλω το χειμώνα.
Ετυμολογία
φτηνομάγαζο < συνθετικά: φτηνό(ς) + -μάγαζο < μαγαζί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτηνομάγαζο | φτηνομάγαζα |
| Γενική | φτηνομάγαζου | φτηνομάγαζων |
| Αιτιατική | φτηνομάγαζο | φτηνομάγαζα |
| Κλητική | φτηνομάγαζο | φτηνομάγαζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →