φτιάχνομαι
•
- κατασκευάζομαι, γίνομαι με ορισμένα υλικά Βικιλεξικό
- επιδιορθώνομαι Βικιλεξικό
- καλλωπίζομαι Βικιλεξικό
- έρχομαι σε κατάσταση ευφορίας είτε επειδή άκουσα κάτι ευχάριστα είτε με λήψη ναρκωτικών Βικιλεξικό
- μεταφορικάέρχομαι σε κατάσταση εκνευρισμού Βικιλεξικό
- μη μου λέτε τέτοια γιατί φτιάχνομαι
Ετυμολογία
φτιάχνομαι < παθητική φωνή του ρήματος φτιάχνω
Άλλοι τύποι
φτιάχτηκαφτιαγμένοςφτιαχνόμουνφτιαχτώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →