Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτιαγμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει προετοιμαστεί, που έχει γίνει Βικιλεξικό
    • δεν είμαι φτιαγμένος για νταβατζής. Το νταβατζιλίκι απαιτεί μια σκληρότητα, κι είμαι σκληρός, αλλά απαιτεί και έλλειψη ευαισθησίας, κι είμαι ευαίσθητος. (Βασίλης Βασιλικός, Εσύ κι εγώ ερωτικοί διάλογοι, εκδ. Νέα Σύνορα, 2000, σελ. 73)
  2. που έχει επισκευαστεί Βικιλεξικό
  3. που έχει πάρει δόση ναρκωτικών Βικιλεξικό
  4. που έχει αποκτήσει περιουσία, έχει φτιάξει περιουσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτιαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φτιάχνω

Άλλοι τύποι

φτιαγμέναφτιαγμένεφτιαγμένεςφτιαγμένηφτιαγμένηςφτιαγμένοφτιαγμένοιφτιαγμένοςφτιαγμένουφτιαγμένουςφτιαγμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →