φτιασιδώνομαι
•
- μακιγιάρομαι Βικιλεξικό
- χρησιμοποιώ διάφορα φτιασίδια επάνω μου ή τα βάζει άλλος σε εμένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτιασιδώνομαι < μεσοπαθητική φωνή του ρήματος φτιασιδώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →