φτουράω
•
- οικείοεπαρκώ, είμαι αρκετός Βικιλεξικό
- σαν έμπαινε στο λουτρό να ξουριστεί, ήμουν με την ψυχή στο στόμα: κόβονταν ίσαμε εκατό φορές, το άκουγα να σκούζει και να σιγοβρίζει, κι έπειτα τα μούτρα του ήταν σαν κιγμάς, μες στα αίματα, που όσα κομματάκια χαρτί και να κόλλαγε, δεν φτούραγαν να το ρουφήξουν. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)
Ετυμολογία
φτουράω < λατινική obduro (με επίδραση του ρήματος φτάνω ) < durus
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →