φτυαρίζω
•
- χρησιμοποιώ το φτυάρι για να αναμίξω υλικά ή να τα μεταφέρω ή σκαλίζω το χώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτυαρίζω < φτυάρι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φτυαρίζω | φτυαρίζεις | φτυαρίζει | φτυαρίζουμε | φτυαρίζετε | φτυαρίζουν / φτυαρίζουνε |
| Παρατατικός | φτυάριζα | φτυάριζες | φτυάριζε | φτυαρίζαμε | φτυαρίζατε | φτυάριζαν / φτυαρίζαν / φτυαρίζανε |
| Αόριστος | φτυάρισα | φτυάρισες | φτυάρισε | φτυαρίσαμε | φτυαρίσατε | φτυάρισαν / φτυαρίσαν / φτυαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα φτυαρίζω / θα φτυαρίσω | θα φτυαρίζεις / θα φτυαρίσεις | θα φτυαρίζει / θα φτυαρίσει | θα φτυαρίζουμε / θα φτυαρίσουμε | θα φτυαρίζετε / θα φτυαρίσετε | θα φτυαρίζουν / θα φτυαρίζουνε / θα φτυαρίσουν / θα φτυαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φτυαρίσει | έχεις φτυαρίσει | έχει φτυαρίσει | έχουμε φτυαρίσει | έχετε φτυαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φτυαρίσει | είχες φτυαρίσει | είχε φτυαρίσει | είχαμε φτυαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φτυαρίσει / να φτυαρίζω / να φτυαρίσω | να έχεις φτυαρίσει / να φτυαρίζεις / να φτυαρίσεις | να έχει φτυαρίσει / να φτυαρίζει / να φτυαρίσει | να έχουμε φτυαρίσει / να φτυαρίζουμε / να φτυαρίσουμε | να έχετε φτυαρίσει / να φτυαρίζετε / να φτυαρίσετε | να φτυαρίζουν / να φτυαρίζουνε / να φτυαρίσουν / να φτυαρίσουνε |
| Προστακτική | — | φτυάριζε / φτυάρισε | — | — | φτυαρίζετε / φτυαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →