φτυαριά
•
- χτύπημα με φτυάρι Βικιλεξικό
- ό,τι χωράει σ' ένα φτυάρι και μπορεί να μεταφερθεί ή μετατοπιστεί μ' αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτυαριά < φτυάρ(ι) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτυαριά | φτυαριές |
| Γενική | φτυαριάς | φτυαριών |
| Αιτιατική | φτυαριά | φτυαριές |
| Κλητική | φτυαριά | φτυαριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →