Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτω

/fto/ρήμα
•
  1. δημοτικήπροφορικός, δημώδης τύπος του πτύω, συνώνυμο του φτύνω Βικιλεξικό
    • Άνε φτύξω πάνω φτω τη μούρη μου (ή : τα μούτρα μου) κι άνε φτύξω κάτω φτω τα γένεια μου
    • Κρητική παροιμία. Γεώργιος Εμμ. Πάγκαλος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, ήτοι, Διάγραμμα γραμματικής και γλωσσάριον του σημερινού γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης (¹1955), ανατύπωση (Αθήνα 1983).
    • Ετσί που φτάς, να μή του ξαναγλύφις (Εκεί που φτύνεις, να μην ξαναγλύφεις)
    • «Λέσβου παρά Γρ. Ν. Βερναρδάκη» Πολίτης, Νικόλαος Γ., Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού, τόμος 2, τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1901 https://books.google.at/books?id=WZ0vAAAAYAAJ&dq=%CF%86%CF%84%CE%B1%CF%82&pg=PA685#v=onepage&q=%CF%86%CF%84%CE%B1%CF%82&f=false.
  2. ιδιωματικόβουτάω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτω < αρχαία ελληνική πτύω, με ανομοίωση [pt > ft]

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →