φτωχαίνω
•
- ενώ δεν ήμουν φτωχός, γίνομαι, χάνω περιουσία Βικιλεξικό
- καθιστώ φτωχό έναν άλλο (του αφαιρώ εισόδημα) Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω λιγότερη πνευματική περιουσία Βικιλεξικό
- φτώχυνε από φίλους και οικογένεια
Ετυμολογία
φτωχαίνω < φτωχ(ός) + -αίνω Δείτε και το μεσαιωνικό πτωχαίνω / φτωχαίνω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φτωχαίνω | φτωχαίνεις | φτωχαίνει | φτωχαίνουμε | φτωχαίνετε | φτωχαίνουν / φτωχαίνουνε |
| Παρατατικός | φτώχαινα | φτώχαινες | φτώχαινε | φτωχαίναμε | φτωχαίνατε | φτωχαίναν / φτωχαίνανε / φτώχαιναν |
| Αόριστος | φτώχυνα | φτώχυνες | φτώχυνε | φτωχύναμε | φτωχύνατε | φτωχύναν / φτωχύνανε / φτώχυναν |
| Μέλλοντας | θα φτωχαίνω / θα φτωχύνω | θα φτωχαίνεις / θα φτωχύνεις | θα φτωχαίνει / θα φτωχύνει | θα φτωχαίνουμε / θα φτωχύνουμε | θα φτωχαίνετε / θα φτωχύνετε | θα φτωχαίνουν / θα φτωχαίνουνε / θα φτωχύνουν / θα φτωχύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω φτωχύνει | έχεις φτωχύνει | έχει φτωχύνει | έχουμε φτωχύνει | έχετε φτωχύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φτωχύνει | είχες φτωχύνει | είχε φτωχύνει | είχαμε φτωχύνει | είχατε φτωχύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω φτωχύνει / να φτωχαίνω / να φτωχύνω | να έχεις φτωχύνει / να φτωχαίνεις / να φτωχύνεις | να έχει φτωχύνει / να φτωχαίνει / να φτωχύνει | να έχουμε φτωχύνει / να φτωχαίνουμε / να φτωχύνουμε | να έχετε φτωχύνει / να φτωχαίνετε / να φτωχύνετε | να φτωχαίνουν / να φτωχαίνουνε / να φτωχύνουν / να φτωχύνουνε |
| Προστακτική | — | φτώχαινε / φτώχυνε | — | — | φτωχαίνετε / φτωχύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →