φτωχοκόριτσο
•
- το κορίτσι που δεν έχει τα μέσα να συντηρηθεί Βικιλεξικό
- γειτονιές γεμάτες φτωχοκόριτσα, στα παραθύρια με την ελπίδα του καλού γαμπρού που δε λέει να φανεί
- Και τώρα πώς νομίζετε να τη βαφτίσανε τα «Παναθήναια», Πλύστρα; Ο Θεός φυλάξει! Θα 'τανε αλήθεια. Η ευγένειά της το φτωχοκόριτσο, είναι «πλύντρια». (Γιάννης Ψυχάρης, Εμμανουήλ Κριαράς, Ανθολόγιο Ψυχάρη, εκδ. Κέντρο Βυζαντινών, Μεταβυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, 2007, σελ. 287
Ετυμολογία
φτωχοκόριτσο < φτωχός και κορίτσι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτωχοκόριτσο | φτωχοκόριτσα |
| Γενική | φτωχοκόριτσου | φτωχοκόριτσων |
| Αιτιατική | φτωχοκόριτσο | φτωχοκόριτσα |
| Κλητική | φτωχοκόριτσο | φτωχοκόριτσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →