Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτωχομάγαζο

/fto.xoˈma.ɣa.zo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το κατάστημα που έχει φτηνά πράγματα για να μπορούν να ψωνίσουν και οι φτωχοί Βικιλεξικό
  2. το κατάστημα που έχει πολύ λίγα είδη, που είναι φτωχό σε ποικλία, που είναι ταπεινό σε εγκαταστάσεις και σε είδη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτωχομάγαζο < συνθετικά: φτωχο- + -μάγαζο < μαγαζί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφτωχομάγαζοφτωχομάγαζα
Γενικήφτωχομάγαζουφτωχομάγαζων
Αιτιατικήφτωχομάγαζοφτωχομάγαζα
Κλητικήφτωχομάγαζοφτωχομάγαζα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →