φτωχομάγαζο
•
- το κατάστημα που έχει φτηνά πράγματα για να μπορούν να ψωνίσουν και οι φτωχοί Βικιλεξικό
- το κατάστημα που έχει πολύ λίγα είδη, που είναι φτωχό σε ποικλία, που είναι ταπεινό σε εγκαταστάσεις και σε είδη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτωχομάγαζο < συνθετικά: φτωχο- + -μάγαζο < μαγαζί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτωχομάγαζο | φτωχομάγαζα |
| Γενική | φτωχομάγαζου | φτωχομάγαζων |
| Αιτιατική | φτωχομάγαζο | φτωχομάγαζα |
| Κλητική | φτωχομάγαζο | φτωχομάγαζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →