Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτωχοπερήφανος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ψωροπερήφανος, ο ανάρμοστα περήφανος αφού κοινωνικά η υπερηφάνεια προϋποθέτει συνήθως δυνατότητες κυρίως οικονομικές Βικιλεξικό
  2. περήφανος παρότι φτωχός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτωχοπερήφανος < φτωχο- + περήφανος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτωχοπερήφανοςφτωχοπερήφανηφτωχοπερήφανο
Γενικήφτωχοπερήφανουφτωχοπερήφανηςφτωχοπερήφανου
Αιτιατικήφτωχοπερήφανοφτωχοπερήφανηφτωχοπερήφανο
Κλητικήφτωχοπερήφανεφτωχοπερήφανηφτωχοπερήφανο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτωχοπερήφανοιφτωχοπερήφανεςφτωχοπερήφανα
Γενικήφτωχοπερήφανωνφτωχοπερήφανωνφτωχοπερήφανων
Αιτιατικήφτωχοπερήφανουςφτωχοπερήφανεςφτωχοπερήφανα
Κλητικήφτωχοπερήφανοιφτωχοπερήφανεςφτωχοπερήφανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →