φτωχοποίηση
•
- νεολογισμόςη μεταβολή της οικονομικής κατάστασης προς το χειρότερο, η διαδικασία κατά την οποία κάποιος γίνεται φτωχός Βικιλεξικό
- Βίαιη φτωχοποίηση των μισθωτών … επιβάλλει η τρόικα. (εφημ. Η Αυγή (Αθήνα), 5 Φεβρ. 2012)
Ετυμολογία
φτωχοποίηση < φτωχοποιώ < φτωχός + ποιώ (φτωχ(ός) + -ο- + -ποίηση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτωχοποίηση | φτωχοποιήσεις |
| Γενική | φτωχοποίησης | φτωχοποιήσεων |
| Αιτιατική | φτωχοποίηση | φτωχοποιήσεις |
| Κλητική | φτωχοποίηση | φτωχοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →