Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτωχούλης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικά φτωχός Βικιλεξικό
    • ουσιαστικοποιημένο:
  2. μεταφορικάο καημένος φτωχός, ο κακόμοιρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτωχούλης < φτωχ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτωχούληςφτωχούλαφτωχούλικο
Γενικήφτωχούληφτωχούλαςφτωχούλικου
Αιτιατικήφτωχούληφτωχούλαφτωχούλικο
Κλητικήφτωχούληφτωχούλαφτωχούλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτωχούληδεςφτωχούλεςφτωχούλικα
Γενικήφτωχούληδων—φτωχούλικων
Αιτιατικήφτωχούληδεςφτωχούλεςφτωχούλικα
Κλητικήφτωχούληδεςφτωχούλεςφτωχούλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →