φτωχούλης
•
- σχετικά φτωχός Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένο:
- μεταφορικάο καημένος φτωχός, ο κακόμοιρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτωχούλης < φτωχ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φτωχούλης | φτωχούλα | φτωχούλικο |
| Γενική | φτωχούλη | φτωχούλας | φτωχούλικου |
| Αιτιατική | φτωχούλη | φτωχούλα | φτωχούλικο |
| Κλητική | φτωχούλη | φτωχούλα | φτωχούλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φτωχούληδες | φτωχούλες | φτωχούλικα |
| Γενική | φτωχούληδων | — | φτωχούλικων |
| Αιτιατική | φτωχούληδες | φτωχούλες | φτωχούλικα |
| Κλητική | φτωχούληδες | φτωχούλες | φτωχούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →