φτύσιμο
•
- η ενέργεια με την οποία φτύνω· το αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής Βικιλεξικό
- μεταφορικάη επίδειξη μεγάλης περιφρόνησης προς κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτύσιμο < φτύνω φτυσ- + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτύσιμο | φτυσίματα |
| Γενική | φτυσίματος | φτυσιμάτων |
| Αιτιατική | φτύσιμο | φτυσίματα |
| Κλητική | φτύσιμο | φτυσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →