Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτώχια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έλλειψη πλούτου, χρημάτων και υλικών αγαθών Βικιλεξικό
    • μεγάλωσε μέσα στη φτώχια, δεν είχε δεύτερο ζευγάρι παπούτσια, αλλά ήταν ευτυχισμένος
    • Εγώ είμ' εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος, εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί (Κ. Παλαμάς)
  2. μεταφορικάη έλλειψη πνευματικών αγαθών Βικιλεξικό
    • πνευματική ' φτώχια
    • Δὲν εἶν’ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχτῶ ἐδῶ σὲ θεωρίες. Φέρνω γιὰ ν’ ἀποδείξω, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ φτώχια τῆς γλώσσας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ πεζὸ τῶν ἰδεῶν καὶ νοημάτων, παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τὰ διάφορα ποιήματά του. (Ροβέρτος Κάμπος, Τὸ ποιητικὸν ἔργο τοῦ Κ. Π. Καβάφη, Κάϊρο 1912)

Ετυμολογία

φτώχια < φτωχός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφτώχιαφτώχιες
Γενικήφτώχιαςφτωχιών
Αιτιατικήφτώχιαφτώχιες
Κλητικήφτώχιαφτώχιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →