φυγοκέντριση
•
- χημείαη διαδικασία διαχωρισμού των ουσιών που συνθέτουν ένα εναιώρημα υποβαλλόμενο σε φυγοκεντρικές δυνάμεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυγοκέντριση < φυγοκεντρ(ικός)) + -ιση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική centrifugation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φυγοκέντριση | φυγοκεντρίσεις |
| Γενική | φυγοκέντρισης | φυγοκεντρίσεων |
| Αιτιατική | φυγοκέντριση | φυγοκεντρίσεις |
| Κλητική | φυγοκέντριση | φυγοκεντρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →