φυγοπόλεμος
•
- που αποφεύγει να πολεμήσει, όπως π.χ. οι στρατιώτες που υπηρετούν σε γραφεία Βικιλεξικό
- μεταφορικάο υπερβολικά υποχωρητικός, ο φυγόμαχος, εκείνος που αρνείται να δώσει μάχες για να υπερασπιστεί όσα θεωρητικά οφείλει να υποστηρίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυγοπόλεμος < φεύγω + πόλεμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυγοπόλεμος | φυγοπόλεμος | φυγοπόλεμος |
| Γενική | φυγοπολέμου / φυγοπόλεμου | φυγοπολέμου / φυγοπόλεμου | φυγοπολέμου / φυγοπόλεμου |
| Αιτιατική | φυγοπόλεμο | φυγοπόλεμο | φυγοπόλεμο |
| Κλητική | φυγοπόλεμε | φυγοπόλεμε | φυγοπόλεμε |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυγοπόλεμοι | φυγοπόλεμοι | φυγοπόλεμοι |
| Γενική | φυγοπολέμων | φυγοπολέμων | φυγοπολέμων |
| Αιτιατική | φυγοπολέμους / φυγοπόλεμους | φυγοπολέμους / φυγοπόλεμους | φυγοπολέμους / φυγοπόλεμους |
| Κλητική | φυγοπόλεμοι | φυγοπόλεμοι | φυγοπόλεμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →