φυγοστρατία
•
- η αποφυγή των στρατιωτικών υποχρεώσεων, η επιθυμία του φυγοστράτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυγοστρατία < φυγο- + στρατ(ός) + -ία, (μαρτυρείται από το 1897)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φυγοστρατία | φυγοστρατίες |
| Γενική | φυγοστρατίας | φυγοστρατιών |
| Αιτιατική | φυγοστρατία | φυγοστρατίες |
| Κλητική | φυγοστρατία | φυγοστρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →