φυγόποινος
•
- εκείνος που έχει καταδικαστεί για ένα αδίκημα αλλά αποφεύγει να παρουσιαστεί στις αρχές επειδή επιδιώκει να μην εκτελεστεί η ποινή που του έχει επιβληθεί (φυλάκισης, καταβολή χρηματικού πρόστιμου κ.ά.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυγόποινος < φεύγω + ποινή (σχηματίστηκε κατά το φυγόπονος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυγόποινος | φυγόποινος | φυγόποινος |
| Γενική | φυγοποίνου / φυγόποινου | φυγοποίνου / φυγόποινου | φυγοποίνου / φυγόποινου |
| Αιτιατική | φυγόποινο | φυγόποινο | φυγόποινο |
| Κλητική | φυγόποινε | φυγόποινε | φυγόποινε |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυγόποινοι | φυγόποινοι | φυγόποινοι |
| Γενική | φυγοποίνων / φυγόποινων | φυγοποίνων / φυγόποινων | φυγοποίνων / φυγόποινων |
| Αιτιατική | φυγοποίνους / φυγόποινους | φυγοποίνους / φυγόποινους | φυγοποίνους / φυγόποινους |
| Κλητική | φυγόποινοι | φυγόποινοι | φυγόποινοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →